Οι ξενοδόχοι πιέζουν, το κράτος σκέφτεται απαγορεύσεις και η κοινωνία περιμένει λογική. Η Ελλάδα έχει μια σπάνια ευκαιρία να αποδείξει ότι μπορεί να νομοθετήσει για το δημόσιο συμφέρον – και όχι για τους λίγους που έχουν πρόσβαση στα κέντρα εξουσίας.
Τα σενάρια για νέους περιορισμούς στις βραχυχρόνιες μισθώσεις επαναφέρουν το ίδιο γνώριμο δίλημμα: πολιτική για το κοινό καλό ή πολιτική για τους “λίγους που πιέζουν δυνατά”; Μπορεί αυτή τη φορά να νικήσει η λογική και το συμφέρον της κοινωνίας;
Στην Ελλάδα του 2025, όπου η στεγαστική κρίση έχει γίνει πλέον μια καθημερινή πραγματικότητα για χιλιάδες ανθρώπους, η δημόσια συζήτηση για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις επιστρέφει ξανά – και μαζί της οι πιέσεις. Οι ξενοδόχοι ζητούν “μπλόκο” σε νέες εγγραφές ακινήτων, επεκτείνοντας το παράδειγμα της απαγόρευσης που ήδη ισχύει στο κέντρο της Αθήνας. Από την άλλη, το υπουργείο Τουρισμού φέρεται να εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής χρονικών ορίων ή νέων περιορισμών στις βραχυχρόνιες μισθώσεις.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο τι θα αποφασιστεί, αλλά ποιον θα ακούσει αυτή τη φορά η κυβέρνηση. Την κοινωνία και την επιστήμη ή ένα λόμπι που εδώ και χρόνια έχει τη δύναμη να καθορίζει τις αποφάσεις; Γιατί η βραχυχρόνια μίσθωση, όσο κι αν κάποιοι επιμένουν να τη δαιμονοποιούν, δεν είναι το πρόβλημα. Η προσπάθεια περιορισμού της επιχειρηματικότητας γύρω από αυτή ξεκίνησε με την επιβολή υπέρογκων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αμφισβητούμενων – ακόμη και αντισυνταγματικών – φόρων, όπως το τέλος επιτηδεύματος. Ακολούθησαν νέες προϋποθέσεις και τεχνικές απαιτήσεις για τη λειτουργία ενός ακινήτου, που συχνά ξεπερνούν τις δυνατότητες ενός μικρού ιδιοκτήτη, και τώρα ακούμε για νέες απαγορεύσεις εγγραφών ΑΜΑ σε τουριστικές περιοχές και για χρονικούς περιορισμούς. Πρόκειται για μια πολιτική τρομολαγνίας και εξυπηρέτησης συμφερόντων, που ντύνεται με τον μανδύα της “ρύθμισης της αγοράς”. Κι ύστερα μιλούν για “ενίσχυση της επιχειρηματικότητας”.
Η κρίση στέγης δεν ξεκίνησε με την βραχυχρόνια μίσθωση· προϋπήρχε. Είναι το αποτέλεσμα δεκαετιών εγκατάλειψης, απουσίας κοινωνικής κατοικίας, αδυναμίας σχεδιασμού. Κι όμως, για άλλη μια φορά, η πολιτεία δείχνει να στοχοποιεί το εύκολο θύμα: τον μικροϊδιοκτήτη, τον νέο επαγγελματία, τον άνθρωπο που νοικιάζει το σπίτι του για να επιβιώσει σε μια χώρα με αβέβαιες δουλειές και υψηλό κόστος ζωής.
Η έρευνα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών είναι σαφής: οι βραχυχρόνιες μισθώσεις ενισχύουν την τοπική οικονομία, δημιουργούν θέσεις εργασίας και συμβάλλουν στην τουριστική ανάπτυξη. Αντί, λοιπόν, να στηριχθεί σε αυτά τα δεδομένα, το κράτος δείχνει να προτιμά τις πιέσεις όσων διαθέτουν επιρροή και διασυνδέσεις. Είναι το γνωστό ελληνικό μοτίβο: ικανοποιούμε τους λίγους, παραμερίζοντας το συλλογικό συμφέρον.
Κι όμως, υπάρχει ακόμη χώρος για αισιοδοξία. Αν όντως τα νέα μέτρα επανεξεταστούν, υπάρχει η ευκαιρία για μια πολιτική που θα στηριχθεί στην πραγματικότητα και όχι στη ρητορική των λόμπι. Μια πολιτική που θα αντιμετωπίσει τη στεγαστική κρίση όχι με απαγορεύσεις, αλλά με στρατηγική: κοινωνική κατοικία, φορολογικά κίνητρα για μακροχρόνιες μισθώσεις, ενίσχυση των νέων ζευγαριών, αναβίωση των γειτονιών και ουσιαστικά κίνητρα για τη διοχέτευση των χιλιάδων κλειστών ακινήτων ξανά στην αγορά. Γιατί, ακόμα και η σκέψη που ακούγεται περί επιβολής φόρων ή τελών στα κλειστά ακίνητα είναι τουλάχιστον παράλογη. Σκοπός δεν είναι να τιμωρηθεί ο ιδιοκτήτης, αλλά να δημιουργηθεί ένα σταθερό, δίκαιο και ελκυστικό πλαίσιο που θα κάνει τη μακροχρόνια μίσθωση βιώσιμη και συμφέρουσα επιλογή. Το σπίτι που κάποιος απέκτησε με κόπο, δάνειο και χρέος δεν μπορεί να του υπαγορεύει το κράτος τι θα το κάνει, ούτε να τον τιμωρεί για την επιλογή του. Αυτό που μπορεί και οφείλει να κάνει είναι να διαμορφώσει ένα περιβάλλον που θα κάνει επιθυμητή και αποδοτική τη συμμετοχή του στην αγορά μακροχρόνιας μίσθωσης.
Γιατί η λύση δεν είναι να στραγγαλίσουμε τη μικρή επιχειρηματικότητα, αλλά να τη ρυθμίσουμε. Να υπάρξουν κανόνες, διαφάνεια και ισορροπία — χωρίς να τιμωρούμε όσους προσπαθούν να επιβιώσουν αξιοπρεπώς μέσα σε ένα δύσκολο οικονομικό περιβάλλον.
Η κυβέρνηση έχει τώρα μια πραγματική ευκαιρία να αποδείξει ότι μπορεί να σταθεί πέρα από τα συμφέροντα και να επιλέξει τη λογική. Ότι μπορεί να δει το δάσος και όχι το δέντρο. Να ακούσει όχι μόνο τους ισχυρούς, αλλά και εκείνους που κρατούν όρθια την καθημερινότητα: τους μικρούς ιδιοκτήτες που με κόπο συντηρούν τα ακίνητά τους, τις χιλίαδες μικρές επιχειρήσεις που στήθηκαν γύρω από τη βραχυχρόνια μίσθωση — καθαριστήρια, συνεργεία, ηλεκτρολόγους, επαγγελματίες συντήρησης, φωτογράφους, εταιρείες διαχείρισης, ακόμα και τοπικά καταστήματα που είδαν λόγω της βραχυχρόνια μίσθωσης τουρίστες να μπαίνουν στα καταστήματα τους. Να ακούσει τους χιλιάδες νέους ανθρώπους που βρήκαν δουλειά μέσα από αυτή τη δραστηριότητα, που απέκτησαν εισόδημα, εμπειρία, επαφή με τον τουρισμό, που αποφάσισαν να μείνουν στη χώρα τους αντί να αναζητήσουν τύχη στο εξωτερικό. Για πολλούς από αυτούς, η βραχυχρόνια μίσθωση δεν ήταν “αρπαχτή” αλλά διέξοδος — μια αφορμή να ξαναχτιστεί κομμάτι-κομμάτι μια οικονομία που για χρόνια τους απέκλειε.
Το θεσμικό πλαίσιο που πρέπει να στηθεί γύρω από τη βραχυχρόνια μίσθωση δεν μπορεί να βασίζεται στον αποκλεισμό ή σε εργαλεία αποτροπής. Οφείλει να στηριχθεί στη γνώση, στη λογική και στη δικαιοσύνη. Να είναι αυτή τη φορά προϊόν σοβαρότητας, ευθύνης και πραγματικής κοινωνικής ευαισθησίας. Γιατί η Ελλάδα δεν αντέχει άλλη μια πολιτική που υπηρετεί τους λίγους εις βάρος των πολλών. Και αν κάτι αξίζει να ελπίζουμε, είναι πως για μια φορά η φωνή της λογικής θα ακουστεί πιο δυνατά από τα ψιθυρίσματα των συμφερόντων.
Hostnews.gr
