Η κρίση στη στέγαση δεν γεννήθηκε από τη βραχυχρόνια μίσθωση, αλλά από χρόνια κρατικής αδράνειας, πολεοδομικής στασιμότητας και μονοδιάστατης οικονομικής ανάπτυξης.
Διαβάζοντας τις πρόσφατες δηλώσεις του Προέδρου της ΠΟΞ, κ. Γιάννη Χατζή, όπου η βραχυχρόνια μίσθωση παρουσιάζεται ως η κύρια αιτία της στεγαστικής κρίσης, αισθανθήκαμε την ανάγκη να απαντήσουμε — όχι για να υπερασπιστούμε μια πλατφόρμα ή ένα επιχειρηματικό μοντέλο, αλλά για να αποκαταστήσουμε την αλήθεια, να υπερασπιστούμε τη λογική και την κοινωνική δικαιοσύνη — και, ταυτόχρονα, να απευθύνουμε ένα εύλογο ερώτημα:
αν το ενδιαφέρον του κ. Χατζή και της ΠΟΞ για “τον άνθρωπο” και την ελληνική κοινωνία είναι πράγματι ειλικρινές, τότε γιατί αυτό το ενδιαφέρον εκδηλώνεται μόνο όταν πρόκειται να προστατευθούν τα συμφέροντα των ξενοδοχείων;
Η άποψη που εξέφρασε ο κ. Χατζής δεν είναι η φωνή της κοινωνίας. Είναι η φωνή ενός κλάδου που βλέπει στη βραχυχρόνια μίσθωση έναν ανταγωνιστή και όχι ένα κοινωνικό φαινόμενο με πολλαπλές διαστάσεις. Η τοποθέτησή του είναι μονοδιάστατη και αποκομμένη από την καθημερινότητα του πολίτη που προσπαθεί να βρει σπίτι, να επιβιώσει και να κρατήσει την αξιοπρέπειά του.
Οι πραγματικές αιτίες της στεγαστικής κρίσης
Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα έχει βαθιές, πολυπαραγοντικές ρίζες — και όλες δείχνουν προς την πολιτεία, την οικονομία και τη διαχρονική αδράνεια απέναντι στην κατοικία.
1. Πάγωμα της οικοδομικής δραστηριότητας
Για πάνω από μια δεκαετία, η οικοδομή βρίσκεται σε στασιμότητα. Καθυστερήσεις αδειοδοτήσεων, γραφειοκρατία και αστάθεια κανόνων έχουν αποθαρρύνει νέες κατασκευές. Όταν δεν χτίζονται νέες κατοικίες, η προσφορά μειώνεται και οι τιμές εκτοξεύονται — ένα αποτέλεσμα προβλέψιμο και αναμενόμενο.
2. Εκρηκτικό κόστος κατασκευής και ανακαίνισης
Το κόστος οικοδομής έχει αυξηθεί δραματικά. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο δείκτης κόστους κατασκευής κατοικιών έφτασε σε ιστορικό υψηλό το 2025, ενώ στην Αττική το μέσο κόστος κυμαίνεται μεταξύ 1.800 και 2.500 €/τ.μ. (statistics.gr, euro2day.gr). Οι τιμές των υλικών και των εργασιών έχουν αυξηθεί έως και 60 % σε σχέση με το 2019.
3. Υψηλά επιτόκια και δυσκολία δανεισμού
Με τα στεγαστικά επιτόκια να ξεπερνούν το 5 %, η αγορά πρώτης κατοικίας είναι απαγορευτική για τη μεσαία τάξη. Οι κατασκευαστές και οι μικροεπενδυτές δυσκολεύονται να χρηματοδοτήσουν έργα, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η παραγωγή νέας κατοικίας.
4. Πολεοδομικά εμπόδια και ξεπερασμένα σχέδια πόλης
Σε πολλές περιοχές, οι συντελεστές δόμησης είναι χαμηλοί και τα σχέδια πόλης παρωχημένα. Η απουσία σύγχρονου πολεοδομικού σχεδιασμού δεν επιτρέπει την ανάπτυξη προσιτής κατοικίας και εγκλωβίζει ολόκληρες περιοχές σε καθεστώς ασφυξίας.
5. Έλλειψη κρατικής μέριμνας
Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της Ε.Ε. χωρίς οργανωμένο σύστημα κοινωνικής κατοικίας. Δεν υπάρχουν πολιτικές προσιτών ενοικίων, επιδοτούμενα προγράμματα ή κρατικές κατοικίες για νέους, χαμηλόμισθους και ευάλωτες ομάδες. Το πρόβλημα είναι κοινωνικό και διαρθρωτικό, όχι συγκυριακό.
6. Ανυπαρξία φοιτητικής στέγης
Οι φοιτητές σε δεκάδες πόλεις της χώρας ανταγωνίζονται οικογένειες και εργαζόμενους για ένα μικρό διαμέρισμα, επειδή το κράτος δεν διαθέτει επαρκείς φοιτητικές εστίες. Το φαινόμενο αυτό προϋπάρχει της βραχυχρόνιας μίσθωσης και απαιτεί κρατική πολιτική, όχι απαγορεύσεις.
7. Άνοδος των τιμών ακινήτων
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδας, οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν κατά 6,19 % το πρώτο τρίμηνο του 2025 — 3,53 % πάνω από τον πληθωρισμό (globalpropertyguide.com). Η αύξηση αυτή αφορά ολόκληρη την αγορά, όχι μια συγκεκριμένη δραστηριότητα.
8. Η μονοδιάστατη παραγωγική βάση, λόγος εσωτερικής μετανάστευσης
Ένας ακόμη παράγοντας που επιτείνει τη στεγαστική κρίση — και σπάνια αναφέρεται — είναι η εσωτερική μετανάστευση.
Χιλιάδες άνθρωποι από περιοχές της ενδοχώρας ή μικρότερους δήμους εγκαταλείπουν τα χωριά και τις πόλεις τους, αναζητώντας εργασία σε τουριστικά μέρη όπου υπάρχει κίνηση και οικονομική δραστηριότητα.
Η Ελλάδα, δυστυχώς, είναι μια χώρα με μονοδιάστατη παραγωγική βάση, όπου ο τουρισμός αποτελεί σχεδόν το μοναδικό προϊόν που προσφέρει εισόδημα.
Αυτό το φαινόμενο οδηγεί σε συγκέντρωση πληθυσμού σε ήδη κορεσμένες τουριστικές περιοχές, όπως η Κρήτη, η Ρόδος, ή η Σαντορίνη, δημιουργώντας τεράστια πίεση στη στέγαση.
Οι εποχικοί εργαζόμενοι, οι νέοι επαγγελματίες, αλλά και οικογένειες που μετακινούνται για μια καλύτερη ζωή, βρίσκονται να ανταγωνίζονται μεταξύ τους — και με τους ίδιους τους κατοίκους — για τα ελάχιστα διαθέσιμα σπίτια.
Η έλλειψη εναλλακτικών μορφών ανάπτυξης και η απουσία κρατικής πολιτικής που να ενισχύει την παραγωγή, την τεχνολογία ή την αγροτική επιχειρηματικότητα, ωθεί τον πληθυσμό να μεταναστεύει εσωτερικά προς τα τουριστικά κέντρα, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η ζήτηση κατοικίας χωρίς να αυξάνεται η προσφορά.
Έτσι, η στεγαστική κρίση είναι αποτέλεσμα και μιας δομικής ανισορροπίας μεταξύ τουριστικής υπερσυγκέντρωσης και έλλειψης οικονομικής ποικιλομορφίας στη χώρα.
Οι ξενοδόχοι πρέπει να κοιτάξουν και τον καθρέφτη τους
Αν οι εκπρόσωποι των ξενοδόχων πράγματι ενδιαφέρονται για την κοινωνία, ας κοιτάξουν πρώτα τις περιβαλλοντικές, κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις του δικού τους μοντέλου.
Ανεξέλεγκτη τουριστική δόμηση
Σε νησιά και παράκτιες περιοχές, η υπερβολική ξενοδοχειακή ανάπτυξη έχει αλλοιώσει το τοπίο και έχει επιβαρύνει το περιβάλλον. Νέες πεντάστερες μονάδες χτίζονται σε ζώνες χωρίς υποδομές ύδρευσης ή αποχέτευσης, με ανεπάρκεια περιβαλλοντικών ελέγχων. (πηγές: hania.news, ot.gr)
Αποκλεισμός παραλιών και ιδιοποίηση δημόσιου χώρου
Πολλές παραλίες μετατρέπονται σε ιδιωτικά “παραρτήματα” ξενοδοχείων. Η πρόσβαση του πολίτη περιορίζεται, η δημόσια περιουσία ιδιωτικοποιείται και η έννοια του κοινού αγαθού εξαφανίζεται.
Οικολογική επιβάρυνση
Σύμφωνα με στοιχεία του UNEP, ένα ξενοδοχείο 4–5 αστέρων καταναλώνει έως και 1.500 λίτρα νερού ανά επισκέπτη ημερησίως και παράγει πάνω από 2 κιλά απορριμμάτων ανά διανυκτέρευση. Η πίεση σε φυσικούς πόρους και υποδομές είναι τεράστια, ειδικά στα νησιά.
Το μοντέλο “all inclusive”: ανάπτυξη χωρίς ανταπόδοση
Τα all inclusive συγκροτήματα απορροφούν τα έσοδα του τουρισμού, αφήνοντας ελάχιστο οικονομικό όφελος στις τοπικές κοινωνίες.
Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων (ΙΤΕΠ), πάνω από 70 % των εσόδων του all inclusive δεν επιστρέφει ποτέ στην τοπική αγορά. Οι επιχειρήσεις γύρω από τα ξενοδοχεία μαραζώνουν.
Εργασιακές συνθήκες και εισαγόμενο προσωπικό
Παρά τα υπερκέρδη, οι μισθοί στα ξενοδοχεία παραμένουν χαμηλοί. Η ανεργία στους νέους είναι στο 27,4 % (ΕΛΣΤΑΤ, 2024), όμως οι ξενοδόχοι δηλώνουν “έλλειψη προσωπικού” και προσλαμβάνουν φθηνό εργατικό δυναμικό από το εξωτερικό.
Η αιτία είναι προφανής: εξαντλητικά ωράρια, ανεπαρκής στέγαση και μισθοί που δεν καλύπτουν το κόστος ζωής.
Η λύση είναι εξίσου προφανής: αύξηση αποδοχών, προσλήψεις Ελλήνων εργαζομένων με αξιοπρεπείς συνθήκες, και ανταποδοτικότητα στις τοπικές κοινωνίες.
Ο τουρισμός δεν μπορεί να στηρίζεται στην υποτίμηση της εργασίας.
Η παραπλανητική και ατυχής σύγκριση με την Πάλμα της Ισπανίας
Ο κ. Χατζής ανέφερε ως παράδειγμα την Πάλμα της Μαγιόρκα, υποστηρίζοντας ότι «χθες απαγόρευσε πλήρως τη βραχυχρόνια μίσθωση».
Το παράδειγμα αυτό είναι εντελώς ατυχές και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέτρο σύγκρισης με την Ελλάδα.
Η Πάλμα δεν είναι μια τουριστική κοινωνία που ζει αποκλειστικά από τα ενοίκια των πολιτών της, αλλά μια από τις πλουσιότερες και πιο ανεπτυγμένες περιοχές της Ισπανίας, με πολλαπλές πηγές εσόδων και ένα εντελώς διαφορετικό οικονομικό υπόβαθρο.
Πέρα από τον τουρισμό, η οικονομία της Μαγιόρκα και των Μπαλεάρων στηρίζεται σε:
- Ναυτιλιακές και λιμενικές δραστηριότητες, με το λιμάνι της Πάλμα να είναι ένα από τα πιο κερδοφόρα λιμάνια κρουαζιέρας της Μεσογείου, αποφέροντας πάνω από 250 εκατομμύρια ευρώ ετησίως (CLIA Europe, 2022).
- Υψηλής αξίας real estate και επενδύσεις από το εξωτερικό, με μεγάλες ευρωπαϊκές εταιρείες και συνταξιούχους από τη Βόρεια Ευρώπη να αγοράζουν μαζικά ακίνητα για μόνιμη ή παραθεριστική χρήση.
- Αγροδιατροφικό τομέα και τοπική βιοτεχνία (ελαιόλαδο, κρασί, κεραμική, υφαντά), που παραμένουν ισχυροί εξαγωγικοί κλάδοι.
- Υπηρεσίες, τεχνολογία και ναυπηγοεπισκευαστική βιομηχανία, που προσφέρουν σταθερή απασχόληση και διαφοροποιούν τα έσοδα της περιοχής.
Ακόμη και με το 45 % του ΑΕΠ της να προέρχεται από τον τουρισμό (Kleber Group, 2023), η Πάλμα διαθέτει πολυδιάστατη οικονομία και υποδομές που της επιτρέπουν να εφαρμόζει περιορισμούς χωρίς να διαταράσσεται η κοινωνική της συνοχή.
Αντίθετα, πολλές περιοχές της Ελλάδας — και ιδίως τα νησιά και οι τουριστικοί δήμοι — ζουν αποκλειστικά από τον τουρισμό.
Η βραχυχρόνια μίσθωση αποτελεί για τους κατοίκους τη μοναδική σταθερή πηγή εισοδήματος, πέρα από την εποχική εργασία ή την αγροτική παραγωγή.
Η επίκληση του παραδείγματος της Πάλμα, λοιπόν, είναι ατυχής και αποπροσανατολιστική:
η πλήρης απαγόρευση αυτής της δραστηριότητας στην Ελλάδα δεν θα έλυνε κανένα πρόβλημα — θα εξόντωνε οικονομικά ολόκληρες τοπικές κοινωνίες.
Η αλήθεια που δεν βολεύει
Η βραχυχρόνια μίσθωση είναι αποτέλεσμα μιας κοινωνίας που αναζητά διεξόδους — όχι μιας αγοράς που επιδιώκει καταστροφή.
Έδωσε ανάσα σε χιλιάδες οικογένειες που κατάφεραν να αποπληρώσουν δάνεια, να σπουδάσουν τα παιδιά τους, να συντηρήσουν τα σπίτια τους και να αποφύγουν την απώλεια περιουσίας.
Δημιούργησε ένα νέο οικοσύστημα: εταιρείες καθαρισμού, διαχείρισης ακινήτων, συντηρήσεων, μεταφορών, φωτογράφισης, επικοινωνίας και φιλοξενίας. Έδωσε δουλειά, άνοιξε προοπτικές και κράτησε χιλιάδες νέους στην Ελλάδα, αποτρέποντας ένα ακόμη κύμα μετανάστευσης.
Αναζωογόνησε γειτονιές και χωριά που είχαν ερημώσει. Φώτισε δρόμους που είχαν σκοτεινιάσει, επανέφερε ζωή, κίνηση και ασφάλεια.
Σύμφωνα με στοιχεία της AirDNA (2024), πάνω από το 35 % των ενεργών καταχωρήσεων στην Ελλάδα βρίσκεται εκτός μεγάλων τουριστικών κόμβων — δείχνοντας πως η βραχυχρόνια μίσθωση λειτουργεί ως εργαλείο αποκέντρωσης και τοπικής ανάπτυξης, όχι ως απειλή.
Δεν πρόκειται για πολυτέλεια, αλλά για μηχανισμό κοινωνικής επιβίωσης.
Και αυτή είναι η αλήθεια που δεν βολεύει όσους έχουν μάθει να βλέπουν τον τουρισμό μόνο μέσα από τα τείχη των μεγάλων ξενοδοχείων.
Επίλογος
Κύριε Χατζή και εκπρόσωποι της ΠΟΞ,
αν πράγματι ενδιαφέρεστε για τον Έλληνα πολίτη και για τον άνθρωπο, ζητήστε πρώτα να ελεγχθούν τα ξενοδοχεία που χτίστηκαν χωρίς περιβαλλοντικό σχεδιασμό,
να διασφαλιστούν οι συνθήκες διαβίωσης του προσωπικού,
να προστατευτούν οι παραλίες από την ιδιωτικοποίηση
και να υπάρξει ουσιαστική ανταπόδοση προς τις τοπικές κοινωνίες που στηρίζουν αυτή τη βαριά βιομηχανία.
Εμείς, ως πολίτες, δεν δεχόμαστε να γίνουμε ο αποδιοπομπαίος τράγος μιας κρίσης που έχει άλλες ρίζες — στην απουσία κοινωνικής πολιτικής, στη γραφειοκρατία, στην αδιαφορία για το περιβάλλον και στη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού.
Η Ελλάδα χρειάζεται ισορροπημένη ανάπτυξη, δίκαιους κανόνες και σεβασμό τόσο στον τουρισμό όσο και στην κοινωνία που τον στηρίζει.
Ζούμε, δυστυχώς, σε μια χώρα που έχει σχεδόν ένα και μοναδικό προϊόν — τον τουρισμό.
Και όσο αυτό παραμένει το μόνο μας “όχημα”, η ευθύνη όλων — πολιτείας, ξενοδόχων, πολιτών — είναι να το κρατήσουμε υγιές, δίκαιο και βιώσιμο.
Η λύση δεν είναι οι απαγορεύσεις·
είναι να οικοδομήσουμε μια Ελλάδα που σέβεται και τον επισκέπτη και τον άνθρωπο που την κατοικεί,
μια χώρα που μπορεί να στηρίζει τον τουρισμό της χωρίς να συντρίβει την κοινωνία της.
Hostnews.gr
